Αγγλικός Τομέας Ελληνικός Τομέας Εταιρικό Προφίλ Η Φιλοσοφία μας Γνώμες Πελατών Επικοινωνία Email Εργασία Αρχική Σελίδα
Gift Registries Ταξιδιωτικοί Οδηγοί Πολιτισμός
Ταξίδια στο Εξωτερικό
Ελληνικά Νησιά
Προορισμοί
Πιο ΔημοφιλείςΌλη η Ελλάδα
Εύρεση Προορισμού
Εύρεση Ξενοδοχείου
Όνομα
Search
Νησιά Βορείου Αιγαίου | Χίος | Μαστιχοχώρια (Μεστά)

Η Ιστορία των Μεστών

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, οι κάτοικοι μερικών χωριών στη νότια Χίο, κουρασμένοι από τις συνεχείς καταστροφές από τις επιδρομές των κουρσάρων, δέχθηκαν την πρόταση της κεντρικής διοίκησης να τους βοηθήσει ώστε, με την καθοδήγησή της, να εγκαταλείψουν τα ανυπεράσπιστα χωριά τους και να συγκεντρωθούν σε ένα άλλο, καλά οχυρωμένο. Η απόφασή τους εκείνη θεωρήθηκε τόσο σοφή και καλοζυγισμένη, τόσο μεστή, που το νέο τους χωριό ονομάστηκε Μεστά.

Οι Βυζαντινοί όμως, μετά την κατάληψη της Πόλης από τους Φράγκους δεν είχαν την ικανότητα να βοηθήσουν τους Χιώτες κατά την απόβαση των Γενουατών στο νησί τους και αυτό, από το 1346 μέχρι το 1566, τέθηκε κάτω από Γενοβέζικη κατοχή. Οι Γενουάτες, και ειδικά η εταιρία «Μαόνα», που είχε το μονοπώλιο της εκμετάλλευσης των γαιών των περιοχών υπό κατάληψη και της εμπορίας των προϊόντων τους, για να προστατεύσει την παραγωγή και την εμπορία του μαστιχιού από τις όλο και εντεινόμενες πειρατικές επιθέσεις, αναδιοργάνωσε την αμυντική υποδομή του χωριού, δημιουργώντας τρεις αμυντικές ζώνες:
Α. Ένα περιμετρικό τείχος, με μία είσοδο (Πύλη του Καπετάνου) και τέσσερις αμυντικούς πύργους στις γωνίες του, όπως και πολεμίστρες σε όλο το μήκος των πλευρών Από τους 4 πύργους σήμερα σώζονται οι 3, ο πιο σπουδαίος ήταν αυτός του Μιλιτά, γιατί στη βάση του ήταν το πηγάδι του χωριού
Β. Δεύτερο αμυντικό τείχος στο εσωτερικό του πρώτου με την ίδια αμυντική διάταξη,
Γ. Ένα τεράστιο κεντρικό αμυντικό τετραώροφο πύργο, τετραγωνικής κάτοψης, με ύψος 20 μέτρων, χωρίς καμία είσοδο (η άνοδος σε αυτόν γινόταν μόνο με σκοινιά και σκάλες που τραβιούνταν μετά επάνω), με ημικυκλικούς αμυντικούς πύργους στις γωνίες του, αρκετά μεγάλο ώστε να προσφέρει προστασία σε όλους τους κατοίκους του χωριού και στα τρόφιμα που θα τους εξασφάλιζαν απέναντι σε μία μακρόχρονη πολιορκία. Μία υπόγεια δίοδος εξασφάλιζε πρόσβαση στο κοντινό πηγάδι κάτω από τον πύργο του Μιλιτά (οι χαραγές από τα σκοινιά άντλησης νερού στο στόμιο του πηγαδιού είναι ακόμα ορατές). Από το πηγάδι, άλλη δίοδος οδηγούσε υπογείως πέρα από τα τείχη, προσφέροντας ασφαλή οδό διαφυγής σε περίπτωση που όλα τα άλλα αμυντικά μέτρα αποδεικνύονταν ατελέσφορα.
Επιπλέον υπήρχε 24ωρη φρούρηση των τειχών και σκοπιά στην ενισχυμένη σιδερένια Πύλη, που έλεγχε τους εισερχόμενους. Πάνω από αυτήν υπήρχε μακρόστενο άνοιγμα 26 εκατοστών, απ’ όπου χυνόταν καφτό λάδι σε όποιον προσπαθούσε να μπει μέσα δια της βίας.

Τόσο ασυνήθιστα μέτρα προστασίας των ντόπιων μπορούν να εξηγηθούν μόνο από το ότι κατείχαν την τεχνογνωσία της Μαστιχοπαραγωγής. Φυσικά προστατεύονταν αυστηρά και τα δικαιώματα αποκλειστικότητας των δραστηριοτήτων της Μαόνα και δρακόντειοι νόμοι επέβαλλαν ακόμα και την ποινή του θανάτου σε όποιον τους παραβίαζε.

Αρχικά δεν υπήρχαν κτίρια έξω από τα εξωτερική τειχισμένη περίμετρο. Αργότερα, όμως, με την αύξηση του πληθυσμού, προστέθηκε ένας όλο και αυξανόμενος αριθμός σπιτιών σε επαφή με το τείχος και μεταξύ τους, καθιστώντας την περιτείχιση όλο και ανθεκτικότερη. Προς το τέλος του 17ου αιώνα, με την υποχώρηση της πειρατείας, ανοίχτηκαν και άλλες πύλες στο τείχος, όπως και παράθυρα για τον φωτισμό των σπιτιών που ήταν σε επαφή με την εσωτερική πλευρά του εξωτερικού τείχους.

Η ιστορική εξέλιξη των άλλων κοντινών Μαστιχοχωριών (Ολύμποι, Πυργί, Αρμόλια, κλπ.) ήταν λίγο-πολύ στο ίδιο μοτίβο. Το σύστημα προστασίας τους ενισχύθηκε με την ανέγερση, κατά μήκος της ακτογραμμής, ενός δικτύου 50 περίπου πύργων-παρατηρητηρίων της ύποπτης ναυσιπλοΐας γύρω από το νησί, που ονομάζονταν Βίγλες. Ήταν ύψους 12-20 μέτρων, χωρίς πόρτες ή άλλα ανοίγματα, και ακολουθώντας την πανάρχαια παράδοση των Φρυκτωρειών, ήταν, όλες πλην μιας, σχήματος κυλινδρικού. Η είδηση του εντοπισμού κάποιου εχθρικού πλοίου μεταδιδόταν από βίγλα σε βίγλα (και στο εσωτερικό του νησιού) με φωτιά, καπνό ή ήχο που ενισχυόταν με τη χρήση μεγάλων θαλασσινών οστράκων.

Το καστροχώρι των Μεστών αποδείχθηκε απόρθητο, αφού τα κανόνια των πειρατών απέτυχαν να γκρεμίσουν την οχύρωσή του. Ακόμα και ο σεισμός του 1881 το άφησε ανέγγιχτο, τη στιγμή που τα μισά κτίρια της Χίου ισοπεδώθηκαν.

Την περίοδο από το 1566 και το 1912 τα Μεστά, όπως και η υπόλοιπη Χίος, ήρθαν κάτω από Τουρκική κατοχή. Χάρη στις αρωματικές, απολυμαντικές και καθαριστικές των δοντιών ιδιότητες του μαστιχιού, ήταν περιζήτητο από την Τουρκική αριστοκρατία για τα χαρέμια της. Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες για καλλιέργεια του μαστιχόδενδρου σε άλλες περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, δόθηκαν ειδικά προνόμια στους κατοίκους των Μαστιχοχωριών σε αντάλλαγμα των πολύτιμων υπηρεσιών τους.

Η κατάσταση άλλαξε μετά την συμμετοχή της Χίου στον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα, τον Απρίλιο του 1822. Η απάντηση των Τούρκων ήταν η βάρβαρη «Σφαγή της Χίου», που προκάλεσε σοκ στην πολιτισμένη Ευρώπη. Τα τραγικά γεγονότα ενέπνευσαν στον Γάλλο ζωγράφο Ντελακρουά τον περίφημο πίνακά του (λεπτομέρεια από τον πίνακα στη φωτογραφία δεξιά, ολόκληρος ο πίνακας στην σελίδα της Χίου), και στον Βίκτωρα Ουγκό το ποίημά του «Το παιδί της Χίου», καθώς και μία γενική κατακραυγή ενάντια στις Τουρκικές ωμότητες,  δημιουργώντας ευνοϊκό φιλελληνικό κύμα υποστήριξης του απελευθερωτικού αγώνα.. Συνολικά 25000 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους και σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι (περίπου 55000 ψυχές) σύρθηκαν δέσμιοι και πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Οι λίγοι κάτοικοι των Μεστών που διασώθηκαν διέφυγαν στα Ψαρά και στις Κυκλαδες. Όταν και τα Ψαρά αντιμετώπισαν τα ίδια αντίποινα, επιζώντες και από τα δύο νησιά κατέφυγαν στην Σύρο όπου έκτισαν την Ερμούπολη, την σημερινή πρωτεύουσα της Σύρου και, παλιότερα, για έναν αιώνα από την κτίση της, πρωτεύουσα όλου του Αιγαίου. Μερικοί από τους καλλιεργητές μαστιχόδενδρων αργότερα απελευθερώθηκαν και τους επιτράπηκε να επιστρέψουν στα χωριά τους, γιατί οι Τουρκικές Αρχές δεν ήθελαν να χάσουν τα εισοδήματά τους.

Παρόλο που οι θυσίες του Αγώνα πέτυχαν να αναγνωριστεί η εθνική ανεξαρτησία της Ελλάδας το 1828, η Χίος έπρεπε να περιμένει μέχρι το 1912. Από τότε, σε καλές και κακές στιγμές, τα Μεστά, μαζί με τη Χίο, μοιράστηκαν την τύχη της πατρίδας μας.